Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Luteinizing hormone
01
ωχρινοτρόπος ορμόνη, LH
a hormone secreted by the pituitary gland that regulates ovulation and testosterone production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
luteinizing hormones
LanGeek



























