Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lukewarm
01
χλιαρός, χωρίς ενθουσιασμό
having a lack of enthusiasm or interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lukewarm
συγκριτικός βαθμός
more lukewarm
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The audience's response to the performance was lukewarm, with only a few scattered applause.
Η αντίδραση του κοινού στην παράσταση ήταν χλιαρή, με μόνο λίγους διασκορπισμένους χειροκροτήματα.
Παραδείγματα
She took a sip of the lukewarm tea, finding it just right for her taste.
Πήρε μια γουλιά από το χλιαρό τσάι, βρίσκοντας το ιδανικό για τη γεύση της.
Λεξικό Δέντρο
lukewarmly
lukewarmness
lukewarm



























