lukewarm
luke
ˈlu:k
look
warm
wɔ:m
vawm

Ορισμός και σημασία του "lukewarm"στα αγγλικά

01

χλιαρός, χωρίς ενθουσιασμό

having a lack of enthusiasm or interest 
lukewarm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lukewarm
συγκριτικός βαθμός
more lukewarm
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The audience's response to the performance was lukewarm, with only a few scattered applause. 

Η αντίδραση του κοινού στην παράσταση ήταν χλιαρή, με μόνο λίγους διασκορπισμένους χειροκροτήματα.

02

χλιαρός, ζεστός

having a temperature that is only slightly warm 
lukewarm definition and meaning
Παραδείγματα
She took a sip of the lukewarm tea, finding it just right for her taste. 

Πήρε μια γουλιά από το χλιαρό τσάι, βρίσκοντας το ιδανικό για τη γεύση της.

Λεξικό Δέντρο

lukewarmly
lukewarmness
lukewarm
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store