Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ascetic
01
ασκητής, ασκητική προσωπικότητα
a person who lives a strict life and avoids physical pleasures, particularly due to religious beliefs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ascetics
Παραδείγματα
The ascetic devoted his life to meditation and solitude in the mountains.
Ο ασκητής αφιέρωσε τη ζωή του στη διαλογισμό και τη μοναξιά στα βουνά.
ascetic
01
ασκητικός, αυστηρός
following a strict lifestyle where one practices self-discipline and denies oneself of any form of pleasure, particularly due to religious reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ascetic
συγκριτικός βαθμός
more ascetic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ascetic lifestyle often involved long periods of solitude and contemplation.
Ο ασκητικός τρόπος ζωής συχνά περιλάμβανε μεγάλες περιόδους μοναξιάς και στοχασμού.
Λεξικό Δέντρο
ascetical
asceticism
ascetic
ascet



























