lowlife
low
ləʊ
lew
life
laɪf
laif
pro-life
low-life
low life

Ορισμός και σημασία του "lowlife"στα αγγλικά

01

αλήτης, κακοποιός

a person of low moral character, often involved in crime or shady activities 
lowlife definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lowlifes
Παραδείγματα
The lowlife scammed elderly people with fake charity calls. 

Ο αχρείος εξαπάτησε ηλικιωμένους με ψεύτικες κλήσεις φιλανθρωπίας.

Λεξικό Δέντρο

lowlife

low

+

life

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store