Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lowlife
01
αλήτης, κακοποιός
a person of low moral character, often involved in crime or shady activities
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lowlifes
Παραδείγματα
Everyone knew the lowlife who sold fake tickets.
Όλοι γνώριζαν τον αλήτη που πουλούσε ψεύτικα εισιτήρια.



























