Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Love life
01
ερωτική ζωή, συναισθηματική ζωή
a part of one's life involving relationships or sexual activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
love lives



























