to louse up
louse
laʊs
laws
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "louse up"στα αγγλικά

to louse up
01

χαλάω, καταστρέφω

make a mess of, destroy or ruin 
to louse up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
louse
ενεστώτας
louse up
γ΄ ενικό πρόσωπο
louses up
ενεστώτα μετοχή
lousing up
απλός αόριστος
loused up
παθητική μετοχή
loused up

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store