Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lounge around
01
τεμπελιάζω, χαλαρώνω
to spend time relaxing or being idle, often in a comfortable and unhurried manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
lounge
ενεστώτας
lounge around
γ΄ ενικό πρόσωπο
lounges around
ενεστώτα μετοχή
lounging around
απλός αόριστος
lounged around
παθητική μετοχή
lounged around
Παραδείγματα
He has no plans today, so he ’s just going to lounge around and read a book.
Δεν έχει σχέδια σήμερα, οπότε απλά θα χαλαρώνει και θα διαβάζει ένα βιβλίο.



























