asamiya
a
ə
ē
sa
ˈsɑ:
saa
miya
miə
miē

Ορισμός και σημασία του "Asamiya"στα αγγλικά

01

Ασαμικά, η Μαγαντική γλώσσα που ομιλείται από τον λαό των Ασάμ· στενά συνδεδεμένη με τα Βεγγαλικά

the Magadhan language spoken by the Assamese people; closely related to Bengali 
Asamiya definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store