Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lore
01
γνώση, παράδοση
collective knowledge, traditions, beliefs, and stories passed down within a culture or community, typically through storytelling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Exploring the lore of ancient civilizations helps archaeologists understand their societal structures and religious practices.
Η εξερεύνηση της παράδοσης των αρχαίων πολιτισμών βοηθά τους αρχαιολόγους να κατανοήσουν τις κοινωνικές δομές και τις θρησκευτικές πρακτικές τους.
02
λόρ, ιστορία
the backstory or hidden details of a fictional character, series, or online universe
slang
Παραδείγματα
Everyone in the Discord was arguing over the lore.
Όλοι στο Discord μάλωναν για το lore.



























