Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look up to
01
θαυμάζω, σέβομαι
to have a great deal of respect, admiration, or esteem for someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks up to
ενεστώτα μετοχή
looking up to
απλός αόριστος
looked up to
παθητική μετοχή
looked up to
Παραδείγματα
She admires and looks up to her grandmother for her kindness and resilience.
Εκτιμά και σέβεται τη γιαγιά της για την καλοσύνη και την ανθεκτικότητά της.



























