Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look up
01
αναζητώ, ελέγχω
to try to find information in a dictionary, computer, etc.
Transitive: to look up information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look up
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks up
ενεστώτα μετοχή
looking up
απλός αόριστος
looked up
παθητική μετοχή
looked up
Παραδείγματα
I couldn't remember her phone number, so I looked it up.
Δεν μπορούσα να θυμηθώ τον αριθμό τηλεφώνου της, γι' αυτό τον έψαξα.
02
σηκώνω το βλέμμα, κοιτάζω πάνω
to raise one's eyes from something one is looking at downwards
Intransitive: to look up from sth
Παραδείγματα
He looks up from his book as I enter the room.
Αυτός σηκώνει το βλέμμα από το βιβλίο του καθώς μπαίνω στο δωμάτιο.
03
βελτιώνομαι, δείχνω σημάδια βελτίωσης
to show signs of improvement
Intransitive
Παραδείγματα
Things are finally looking up for me after a rough few months.
Τελικά τα πράγματα βελτιώνονται για μένα μετά από μερικούς δύσκολους μήνες.
04
επισκέπτομαι, περάσω να δω
to visit someone, especially after a long period of not seeing them
Transitive: to look up sb
Παραδείγματα
I'll look you up when I'm in town next week.
Θα σε επισκεφτώ όταν είμαι στην πόλη την επόμενη εβδομάδα.



























