Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look out over
01
βλέπω προς, αγκαλιάζω
be oriented in a certain direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out over
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look out over
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks out over
ενεστώτα μετοχή
looking out over
απλός αόριστος
looked out over
παθητική μετοχή
looked out over



























