Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look for
[phrase form: look]
01
ψάχνω, αναζητώ
to try to find something or someone
Transitive: to look for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look for
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks for
ενεστώτα μετοχή
looking for
απλός αόριστος
looked for
παθητική μετοχή
looked for
Παραδείγματα
He has been looking for a lost family heirloom for years, but he has yet to find it.
Ψάχνει για ένα χαμένο οικογενειακό κειμήλιο εδώ και χρόνια, αλλά δεν το έχει βρει ακόμα.
02
περιμένω, ελπίζω
to expect or hope for something
Transitive: to look for a positive result or outcome
Παραδείγματα
They will be looking for a favorable outcome in the court case.
Θα ψάχνουν για μια ευνοϊκή έκβαση στη δικαστική υπόθεση.



























