long wave
long
lɒng
long
wave
weɪv
veiv

Ορισμός και σημασία του "long wave"στα αγγλικά

01

μακρύ κύμα, μεγάλο κύμα

a radio wave with a frequency under 300 kHz and a wavelength of more than 1 kilometer that is used for broadcasting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
long waves
Παραδείγματα
The radio station broadcasts on a long wave frequency, allowing it to be heard over vast distances. 

Ο ραδιοφωνικός σταθμός εκπέμπει σε μια συχνότητα μακρύ κύμα, επιτρέποντάς του να ακούγεται σε μεγάλες αποστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store