Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Long haul
01
μακρά διάρκεια, μακροχρόνια προσπάθεια
a task that needs a great amount of time and effort to finish
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Restoring the old house will be a long haul, but it will be worth it.
Η δημιουργία μιας επιτυχημένης επιχείρησης είναι μια μακρά διαδικασία· απαιτεί χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης.
02
μακρινή απόσταση, μακρύ ταξίδι
a very long distance, regarding the transportation of passengers or goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
long hauls



























