Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Locker
01
ντουλάπα, κλειδωτή ντουλάπα
a small closet that usually has a lock, in which valuable items and belongings could be stored
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lockers
Παραδείγματα
She stored her books and backpack in her locker before heading to class.
Αποθήκευσε τα βιβλία και το σακίδιό της στο ντουλάπι της πριν πάει στο μάθημα.
02
ντουλάπι, προσωπικό κιβώτιο αποθήκευσης
a personal storage trunk, often placed at the foot of a bed in shared housing such as barracks
Παραδείγματα
He kept his uniforms neatly folded in the locker.
Κράτησε τις στολές του τακτοποιημένες στο ντουλάπι.
03
κλειδαριά, κλειδαριά κρεμάστρα
a device that secures or closes something by locking it in place
Παραδείγματα
The locker on the tool case jammed.
Το κλειδαριά στην εργαλειοθήκη κόλλησε.
Λεξικό Δέντρο
locker
lock



























