Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lock up
[phrase form: lock]
01
κλειδώνω, φυλακίζω
to close or secure something in a place where it cannot be removed or accessed without the appropriate authorization, key, or combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lock
ενεστώτας
lock up
γ΄ ενικό πρόσωπο
locks up
ενεστώτα μετοχή
locking up
απλός αόριστος
locked up
παθητική μετοχή
locked up
Παραδείγματα
The librarian locked the rare books up in a special archive.
Ο βιβλιοθηκάριος έκλεισε τα σπάνια βιβλία σε ένα ειδικό αρχείο.
02
φυλακίζω, εγκλείω
to confine a person in a place, such as a prison, where they cannot escape without one's permission
Παραδείγματα
The government locked political prisoners up without trial.
Η κυβέρνηση έκλεισε πολιτικούς κρατούμενους χωρίς δίκη.



























