Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
locally
01
τοπικά, στην περιοχή
in a way that relates to a specific location or nearby area
Παραδείγματα
The bookstore supports local authors by featuring their works prominently and hosting book signings locally.
Το βιβλιοπωλείο υποστηρίζει τους τοπικούς συγγραφείς παρουσιάζοντας τα έργα τους με τοπικό τρόπο και διοργανώνοντας συνεδρίες υπογραφής βιβλίων τοπικά.
02
τοπικά
to a restricted area of the body
Λεξικό Δέντρο
locally
local
loc



























