Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lizard
01
σαύρα, ερπετό
a group of animals with a long body and tail, a rough skin and two pairs of short legs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lizards
Παραδείγματα
The lizard basked in the sun, its scales shimmering with iridescence.
Ο σαύρα λιάζονταν στον ήλιο, τα λέπια του λάμπαν με ιριδισμό.
02
γκιγκόλο, ανδρόγυνο
a man who idles about in the lounges of hotels and bars in search of women who would support him



























