Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Living wage
01
μισθός διαβίωσης, κατώτατος μισθός
the minimum income necessary for a worker to meet basic needs without relying on public assistance or private charities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
living wages



























