Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live with
[phrase form: live]
01
ζω με, προσαρμόζομαι σε
to accept or adapt to a difficult or challenging situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live with
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives with
ενεστώτα μετοχή
living with
απλός αόριστος
lived with
παθητική μετοχή
lived with
Παραδείγματα
The athlete learned to live with the physical limitations imposed by their injury, adapting their training and finding new ways to excel.
Ο αθλητής έμαθε να ζει με τους φυσικούς περιορισμούς που του επέβαλε ο τραυματισμός του, προσαρμόζοντας την προπόνησή του και βρίσκοντας νέους τρόπους να διακρίνεται.



























