to live with
live
lɪv
liv
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "live with"στα αγγλικά

to live with
01

ζω με, προσαρμόζομαι σε

to accept or adapt to a difficult or challenging situation 
to live with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live with
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives with
ενεστώτα μετοχή
living with
απλός αόριστος
lived with
παθητική μετοχή
lived with
Παραδείγματα
The patient learned to live with chronic pain, finding solace in alternative therapies and maintaining a positive outlook. 

Ο ασθενής έμαθε να ζει με τον χρόνιο πόνο, βρίσκοντας παρηγοριά σε εναλλακτικές θεραπείες και διατηρώντας μια θετική προοπτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store