Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lissome
01
ευκίνητος, κομψός
agile, graceful, and slender in movement or appearance
Παραδείγματα
With her lissome figure and confident stride, she easily stood out in the crowded room.
Με την εύρωστη φιγούρα της και το βέβαιο βήμα της, ξεχώριζε εύκολα στο γεμάτο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
lissomeness
lissome



























