Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liquid
συγκριτικός βαθμός
more liquid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The liquid nitrogen was used to preserve biological samples in the lab.
Το υγρό άζωτο χρησιμοποιήθηκε για τη διατήρηση βιολογικών δειγμάτων στο εργαστήριο.
02
υγρός, υγρό
describing the appearance of their eyes when they appear moist or shiny, as well as the smooth and graceful movement of their facial features
03
υγρός, γεμάτος δάκρυα
filled or brimming with tears
04
υγροποιημένος, λιωμένος
changed from a solid to a liquid state
Παραδείγματα
Businesses with liquid cash flow can handle short-term financial obligations.
Οι επιχειρήσεις με ρρεύσει ταμειακή ροή μπορούν να ανταπεξέλθουν σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις.
06
ρευστός, ολισθαίνων
smooth and unconstrained in movement
07
υγρός, ρευστός
smooth and flowing in quality; entirely free of harshness
Liquid
01
υγρό
a substance such as water that flows freely, unlike a gas or a solid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
liquids
Παραδείγματα
When the ice melted, it turned back into liquid water, filling the glass to the brim.
Όταν το πάγος λιώσει, μετατράπηκε ξανά σε υγρό νερό, γεμίζοντας το ποτήρι μέχρι το χείλος.
02
υγρό, ρευστό
the state of a substance that is without shape and can flow easily
Παραδείγματα
The lava flowing from the volcano resembled a molten liquid.
Η λάβα που έρεε από το ηφαίστειο έμοιαζε με ένα λιωμένο υγρό.
03
υγρό, ρευστό
fluid matter having no fixed shape but a fixed volume
04
υγρό, μη ρινικό συνεχές ήχο
a frictionless continuant that is not a nasal consonant (especially `l' and `r')
Λεξικό Δέντρο
liquidness
semiliquid
liquid



























