lipstick
lip
ˈlɪp
lip
stick
stɪk
stik
dipstick

Ορισμός και σημασία του "lipstick"στα αγγλικά

01

κραγιόν, κραγιόν χειλιών

a waxy colored make-up that is worn on the lips 
lipstick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lipsticks
Παραδείγματα
She chose a bold red lipstick for a night out. 

Επέλεξε ένα τολμηρό κόκκινο κραγιόν για μια βραδιά έξω.

to lipstick
01

βάφω τα χείλη, εφαρμόζω κραγιόν

to apply lipstick to the lips 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lipstick
γ΄ ενικό πρόσωπο
lipsticks
ενεστώτα μετοχή
lipsticking
απλός αόριστος
lipsticked
παθητική μετοχή
lipsticked
Παραδείγματα
She lipsticked carefully before going out. 

Εκείνη έβαλε κραγιόν προσεκτικά πριν βγει.

02

σημειώνω με κραγιόν, περιγράφω με κραγιόν

to mark or outline something using lipstick 
Παραδείγματα
She lipsticked her initials on the mirror as a joke. 

Αυτή lipstick τα αρχικά της στον καθρέφτη ως αστείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store