Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lipstick
to lipstick
01
βάφω τα χείλη, εφαρμόζω κραγιόν
to apply lipstick to the lips
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lipstick
γ΄ ενικό πρόσωπο
lipsticks
ενεστώτα μετοχή
lipsticking
απλός αόριστος
lipsticked
παθητική μετοχή
lipsticked
Παραδείγματα
She lipsticked carefully before going out.
Εκείνη έβαλε κραγιόν προσεκτικά πριν βγει.
02
σημειώνω με κραγιόν, περιγράφω με κραγιόν
to mark or outline something using lipstick
Παραδείγματα
She lipsticked her initials on the mirror as a joke.
Αυτή lipstick τα αρχικά της στον καθρέφτη ως αστείο.
Λεξικό Δέντρο
lipstick
lip
stick



























