Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lion
01
λιοντάρι, μεγάλη γάτα
a powerful and large animal that is from the cat family and mostly found in Africa, with the male having a large mane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
lions
αρσενικό ενικό
lion
θηλυκό ενικό
lioness
neutral form
big cat
Παραδείγματα
I saw a lion hunting for prey in the tall grass.
Είδα ένα λιοντάρι να κυνηγάει θηράματα στο ψηλό γρασίδι.
02
Λέων, ο Λέων
the fifth sign of the zodiac; the sun is in this sign from about July 23 to August 22
03
διασημότητα, αστέρας
a celebrity who is lionized (much sought after)
04
Λιοντάρι, Γεννημένος υπό το ζώδιο του Λέοντα
(astrology) a person who is born while the sun is in Leo
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lionize
lion



























