Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Linseed oil
01
λιναλάδι, λάδι από σπόρους λιναριού
a yellowish oil extracted from flaxseeds that is used in drying paint, ink, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























