linotype
li
laɪ
lai
no
nəʊ
new
type
taɪp
taip

Ορισμός και σημασία του "linotype"στα αγγλικά

01

λινοτύπ, μηχανή στοιχειοθεσίας

an innovative device used in printing, casting individual lines of type from molten metal, significantly advancing the efficiency of typesetting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
linotypes
Παραδείγματα
The linotype revolutionized newspaper production by automating typesetting. 

Η λινοτυπία επανάστασε την παραγωγή εφημερίδων με την αυτοματοποίηση της στοιχειοθεσίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store