lineal
li
ˈlɪ
λι
neal
niəl
νιαλ
lienal

Ορισμός και σημασία του "lineal"στα αγγλικά

01

γραμμικός, παρατεταγμένος

arranged in a line 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
arrangement, geometry, order
02

άμεσος, άμεσος απόγονος

having a direct family connection from ancestors to descendants 

direct

Παραδείγματα
He proved his claim to the estate as a lineal descendant of the original owner. 

Απέδειξε την αξίωσή του για την περιουσία ως άμεσος απόγονος του αρχικού ιδιοκτήτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lineally
lineal
line
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store