Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Artifice
01
τέχνασμα, εξαπάτηση
a clever action or behavior that is intended to trick and deceive others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
artifices
Παραδείγματα
It was later revealed that the company's reported financial figures were artifices meant to inflate stock values.
Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι τα αναφερόμενα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας ήταν τέχνασματα που σκοπό είχαν να διευρύνουν τις τιμές των μετοχών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
artificial
artifice



























