artifice
ar
ˈɑ:
aa
ti
ti
fice
fɪs
fis

Ορισμός και σημασία του "artifice"στα αγγλικά

01

τέχνασμα, εξαπάτηση

a clever action or behavior that is intended to trick and deceive others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
artifices
Παραδείγματα
It was later revealed that the company's reported financial figures were artifices meant to inflate stock values. 

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι τα αναφερόμενα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας ήταν τέχνασματα που σκοπό είχαν να διευρύνουν τις τιμές των μετοχών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store