Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Articulatio
01
άρθρωση, σύνδεσμος
(anatomy) the point of connection between two bones or elements of a skeleton (especially if it allows motion)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
articulationes



























