liked
liked
laɪkt
λαικτ
/lˈa‍ɪkt/

Ορισμός και σημασία του "liked"στα αγγλικά

01

αγαπημένος, ευχάριστος

found pleasant or attractive; often used as a combining form
liked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liked
συγκριτικός βαθμός
more liked
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store