light bulb
Pronunciation
/ˈlaɪt ˈbʌlb/

Ορισμός και σημασία του "light bulb"στα αγγλικά

01

λαμπτήρας, γλόμπος

a rounded glass that is inside an electric lamp and from which light shines
light bulb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
light bulbs
Παραδείγματα
He accidentally broke the light bulb while changing it and had to sweep up the shards carefully.
Σπάστηκε κατά λάθος η λεπτή λάμπα ενώ την άλλαζε και έπρεπε να σκουπίσει προσεκτικά τα θραύσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store