Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lifeblood
01
ζωτικό στοιχείο, κρίσιμος παράγοντας
something that is most crucial to the continuing success or survival of something else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
αίμα ζωής, πηγή ζωής
the blood considered as the seat of vitality
LanGeek



























