life form
life
laɪf
laif
form
fɔ:m
fawm

Ορισμός και σημασία του "life form"στα αγγλικά

01

μορφή ζωής, οργανισμός

the characteristic bodily form of a mature organism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
life forms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store