Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Life form
01
μορφή ζωής, οργανισμός
the characteristic bodily form of a mature organism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
life forms



























