Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Liege
01
Λιέγη
city in eastern Belgium; largest French-speaking city in Belgium
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
02
υποτελής, υπήκοος
a person holding a fief; a person who owes allegiance and service to a feudal lord
03
φεουδάρχης, υποτελής
a feudal lord entitled to allegiance and service
liege
01
φεουδαρχικός, υποτελής
relating to or owing allegiance or loyalty, especially in a feudal context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The knight pledged his liege allegiance to the king, promising to serve him faithfully in all matters.
Ο ιππότης ορκίστηκε φεουδαλική πίστη στον βασιλιά, υποσχόμενος να τον υπηρετεί πιστά σε όλα τα θέματα.



























