to lie in
lie
laɪ
lai
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "lie in"στα αγγλικά

to lie in
01

ξαπλώνω στο κρεβάτι, σηκώνομαι αργά

to stay in bed longer than usual in the morning 
to lie in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies in
ενεστώτα μετοχή
lying in
απλός αόριστος
lay in
παθητική μετοχή
lain in
Παραδείγματα
I'm going to lie in on the weekends since I've been working so hard lately. 

Θα μείνω στο κρεβάτι τα σαββατοκύριακα αφού έχω δουλέψει τόσο σκληρά τελευταία.

02

προέρχομαι (από), έχω την προέλευσή μου (σε)

originate (in) 
03

ξαπλώνω για ξεκούραση, πηγαίνω για ύπνο

to rest or go to bed in preparation for giving birth 
Παραδείγματα
The midwife advised her to lie in and rest to conserve energy for labor. 

Η μαία της συμβούλεψε να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί για να διατηρήσει ενέργεια για τον τοκετό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store