Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie in
[phrase form: lie]
01
ξαπλώνω στο κρεβάτι, σηκώνομαι αργά
to stay in bed longer than usual in the morning
Παραδείγματα
The couple took advantage of the rainy weather to lie in and cuddle up in bed together.
Το ζευγάρι εκμεταλλεύτηκε τη βροχερή καιρική συνθήκη για να μείνει στο κρεβάτι και να αγκαλιαστεί.
02
προέρχομαι (από), έχω την προέλευσή μου (σε)
originate (in)
03
ξαπλώνω για ξεκούραση, πηγαίνω για ύπνο
to rest or go to bed in preparation for giving birth
Παραδείγματα
She felt the first pangs of labor and knew it was time to lie in and prepare for the birth.
Ένιωσε τους πρώτους πόνους του τοκετού και ήξερε ότι ήταν ώρα να ξαπλώσει και να προετοιμαστεί για τη γέννα.



























