Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie down
[phrase form: lie]
01
ξαπλώνω, ξεκολλάω
to put one's body in a flat position in order to sleep or rest
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie down
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies down
ενεστώτα μετοχή
lying down
απλός αόριστος
lay down
παθητική μετοχή
lain down
Παραδείγματα
The doctor advised him to lie down if he felt dizzy.
Ο γιατρός του συμβούλεψε να ξαπλώσει αν αισθανόταν ζάλη.



























