Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to license
01
χορηγώ άδεια, αδειοδοτώ
to give permission for the use, practice, or production of something through a formal agreement
Transitive: to license a product or work
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
license
γ΄ ενικό πρόσωπο
licenses
ενεστώτα μετοχή
licensing
απλός αόριστος
licensed
παθητική μετοχή
licensed
Παραδείγματα
Authors may license their work, granting permission for others to use or reproduce it while retaining certain rights.
Οι συγγραφείς μπορούν να χορηγήσουν άδεια για το έργο τους, δίνοντας άδεια σε άλλους να το χρησιμοποιήσουν ή να το αναπαράγουν, διατηρώντας ορισμένα δικαιώματα.
License
01
άδεια, αποδεικτικό
a legal document that gives someone permission to do something, such as drive a car or practice a profession
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
licenses
Παραδείγματα
The restaurant lost its liquor license for serving alcohol to minors.
Το εστιατόριο έχασε την άδεια αλκοόλ του γιατί σέρβιρε αλκοόλ σε ανηλίκους.
02
ελευθερία, άδεια
freedom to depart from established rules or conventions, especially in behavior or speech
Παραδείγματα
She used rhetorical license to make her point more vivid.
Χρησιμοποίησε ρητορική άδεια για να κάνει το επιχείρημά της πιο ζωντανό.
03
άδεια, ακολασία
excessive freedom or lack of restraint in action or behavior
Παραδείγματα
The soldiers acted with license in the absence of supervision.
Οι στρατιώτες ενεργούσαν με ελευθερία απουσία εποπτείας.
04
άδεια
an official permission that specifies the terms and conditions for using or distributing something
Παραδείγματα
Without the proper license, the streaming service ca n't legally air the show.
Χωρίς την κατάλληλη άδεια, η υπηρεσία streaming δεν μπορεί να μεταδώσει νόμιμα την παράσταση.
Λεξικό Δέντρο
licensed
licenser
license



























