to librate
lib
ˈlaɪb
laib
rate
reɪt
reit
liberate

Ορισμός και σημασία του "librate"στα αγγλικά

to librate
01

καθορίζω το βάρος, μετρώ το βάρος

determine the weight of 
to librate definition and meaning
02

ταλαντώνω πριν σταματήσω εντελώς, δονώ πριν σταθεροποιηθώ

vibrate before coming to a total rest 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
librate
γ΄ ενικό πρόσωπο
librates
ενεστώτα μετοχή
librating
απλός αόριστος
librated
παθητική μετοχή
librated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store