Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to librate
01
καθορίζω το βάρος, μετρώ το βάρος
determine the weight of
02
ταλαντώνω πριν σταματήσω εντελώς, δονώ πριν σταθεροποιηθώ
vibrate before coming to a total rest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
librate
γ΄ ενικό πρόσωπο
librates
ενεστώτα μετοχή
librating
απλός αόριστος
librated
παθητική μετοχή
librated
Λεξικό Δέντρο
libration
librate



























