libido
li
li
bi
ˈbi:
bi
do
dəʊ
dew
tuxedotoledocurtidotorpedo

Ορισμός και σημασία του "libido"στα αγγλικά

01

λίμπιντο, σεξουαλική επιθυμία

(psychology) the mental energy or drive connected with sexual desire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Stress and fatigue can lower a person's libido. 

Το άγχος και η κούραση μπορούν να μειώσουν τη λίμπιντο ενός ατόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store