Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Liberation
01
απελευθέρωση, ελευθέρωση
the act of liberating someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
απελευθέρωση, χειραφέτηση
the pursuit or achievement of equal rights, freedoms, or social status for individuals or groups previously oppressed or restricted
Παραδείγματα
The women's liberation movement fought for equal rights and opportunities in education, employment, and politics.
Το κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών αγωνίστηκε για ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες στην εκπαίδευση, την απασχόληση και την πολιτική.
03
απελευθέρωση, απόλυση
the termination of someone's employment (leaving them free to depart)
Λεξικό Δέντρο
deliberation
liberation
liberate
liber



























