Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Liberalness
01
γενναιοδωρία, φιλοξενία
the trait of being generous in behavior and temperament
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liberalnesses
02
φιλελευθερισμός, ανοιχτόμυαλο
an inclination to favor progress and individual freedom
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
liberalness
liberal
liber



























