lexeme
lex
ˈlɛk
lek
eme
si:m
sim

Ορισμός και σημασία του "lexeme"στα αγγλικά

01

λεξήμα, βασική γλωσσική μονάδα

(linguistics) a basic linguistic unit that is meaningful and underlies a set of words which are related through inflection 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lexemes
Παραδείγματα
A lexeme is the smallest unit of meaning in a language, encompassing both a word and all its inflected forms. 

Ένα λεξήμα είναι η μικρότερη μονάδα σημασίας σε μια γλώσσα, που περιλαμβάνει τόσο μια λέξη όσο και όλες τις κλιτές της μορφές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store