lettered
le
ˈlɛ
λε
ttered
tɜrd
τερρντ
/lˈɛtəd/

Ορισμός και σημασία του "lettered"στα αγγλικά

01

μορφωμένος, διαβασμένος

highly educated; having extensive information or understanding
lettered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lettered
συγκριτικός βαθμός
more lettered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store