Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to let up
[phrase form: let]
01
χαλαρώνω, ελαττώνομαι
to become less intense or strong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets up
ενεστώτα μετοχή
letting up
απλός αόριστος
let up
παθητική μετοχή
let up
Παραδείγματα
The pain in my leg let up after I took the pain medication, allowing me to move more freely.
Ο πόνος στο πόδι μου μειώθηκε αφού πήρα το παυσίπονο, επιτρέποντάς μου να κινηθώ πιο ελεύθερα.
02
χαλαρώνω, μειώνω
to reduce the amount of work or effort being expended
Παραδείγματα
The athlete let up on their training regimen during the off-season to allow their body to recover.
Ο αθλητής μείωσε το πρόγραμμα προπόνησής του κατά τη διάρκεια της εκτός σεζόν για να επιτρέψει στο σώμα του να ανακάμψει.



























