Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to let on
[phrase form: let]
01
αποκαλύπτω, δίνω να καταλάβω
to reveal information that was meant to be kept a secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let on
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets on
ενεστώτα μετοχή
letting on
απλός αόριστος
let on
παθητική μετοχή
let on
Παραδείγματα
She accidentally let on about the surprise party when she mentioned the cake.
Εκούσια ανακάλυψε για το πάρτι έκπληξη όταν ανέφερε το κέικ.



























