to let on
let
lɛt
let
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "let on"στα αγγλικά

to let on
01

αποκαλύπτω, δίνω να καταλάβω

to reveal information that was meant to be kept a secret 
to let on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let on
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets on
ενεστώτα μετοχή
letting on
απλός αόριστος
let on
παθητική μετοχή
let on
Παραδείγματα
He let on that he knew about the promotion before anyone else. 

Φανέρωσε ότι γνώριζε για την προαγωγή πριν από οποιονδήποτε άλλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store